26 Απριλίου 2026 - Ανακοινώσεις, Αρθρογραφία
Είναι ιδιαίτερη η τιμή που αισθάνομαι σήμερα χαιρετίζοντας της εργασίες του 28 ου
Συνεδρίου του ΚΕΝΘΕΑ για τα ανθρώπινα δικαιώματα των ατόμων με εξάρτηση. Την ίδια
στιγμή νίωθω έντονα το συναίσθημα της ευθύνης καθότι οφείλουμε όλοι σωρευτικά,
πολιτεία, θεσμοί και κοινωνικοί φορείς, να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι σε ένα ζήτημα
που εξελίσσεται διαρκώς και δοκιμάζει την κοινωνία μας καθώς και τις διαδικασίες που
έχουμε θεσμοθετίσει.
Το σημερινό σας συνέδριο, αντλεί την σπουδαιότητά του, όχι μόνο από την διαδικασίες τις
οποίες θα ακολουθήσει ή από τα πορίσματα στα οποία πρόκειται να καταλήξει. Την αντλεί
από το ίδιο το γεγονός ότι ασχολείται με το άτομο, τον άνθρωπο δηλαδή της διπλανής
πόρτας, που αντιμετωπίζει ένα ζήτημα που οφείλουμε να παραδεχόμαστε πως πολλές
φορές τον καθυλώνει. Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι πάντοτε
πιο δυνατός από την εξάρτηση και σίγουρα ακόμη δυνατότερος όταν απολαμβάνει της
κατάλληλης στήριξης, της δέουσας καθοδήγησης και της έμπρακτης αναγνώρισης της
ισοτιμίας του μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Γιατί η δύναμη του ανθρώπου δεν εξαντλείται
στην προσωπική του προσπάθεια, αλλά πολλαπλασιάζεται όταν η κοινωνία παύει να τον
κοιτάζει μέσα από το πρίσμα της πάθησής του και αρχίζει να τον αντιμετωπίζει ως έναν
πλήρη πολίτη με δικαιώματα, όνειρα και δυνατότητες προσφοράς.
Η στήριξη, η καθοδήγηση και η αναγνώριση, εντοπίζονται φίλες και φίλοι, στο ΚΕΝΘΕΑ, για
το οποίο οφείλω να πω μερικά λόγια πρωτού προχωρήσω στην ουσία της εισήγησής μου.
Το ΚΕΝΘΕΑ δεν αποτελεί απλώς έναν φορέα παροχής υπηρεσιών, αλλά έναν ζωντανό
οργανισμό που δρα ως θεματοφύλακας της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας. Μέσα από την ανάπτυξη και εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων
πρόληψης, το ΚΕΝΘΕΑ παρεμβαίνει έγκαιρα στην κοινότητα, ενώ παράλληλα φροντίζει για τη συνεχή ενημέρωση του κοινού, σπάζοντας τα τείχη της προκατάληψης. Η δράση του
όμως επεκτείνεται και στο επιστημονικό πεδίο, με τρανό παράδειγμα το σημερινό συνέδριο
αλλά και μέσω της συστηματικής έρευνας, καθώς και της παροχής προγραμμάτων
συνεχούς εκπαίδευσης και βιωματικών εργαστηρίων.
Η ουσιαστική θεραπεία της εξάρτησης που προσφέρεται μέσα από τις συνδεδεμένες δομές
του, αποτελεί την έμπρακτη απάντηση στην ανάγκη για φροντίδα. Είναι δε κεφαλαιώδους
σημασίας το γεγονός ότι το ΚΕΝΘΕΑ δεν περιορίζεται στο πεδίο της δράσης, αλλά
συμμετέχει ενεργά στη χάραξη πολιτικής μέσω τεκμηριωμένων γνωμοδοτήσεων,
διασφαλίζοντας ότι η φωνή των εξαρτημένων ατόμων και οι ανάγκες της δημόσιας υγείας
εισακούονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Με αυτόν τον πολυδιάστατο ρόλο, ο
οργανισμός μετατρέπει τις αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από θεωρία σε καθημερινή
πράξη.
Φίλες και φίλοι,
Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να αποτελούν τον θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής
κοινωνίας. Ως εκ τούτου η διασφάλιση τους, εντοπίζεται στους βασικούς πυλώνες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κυπριακής Δημοκρατίας και πολλών διεθνών οργάνων, μεταξύ
αυτών και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, με τα ψηφίσματά του στις συνόδους των
Ηνωμένων Εθνών.
Προηγουμένως, εντοπίσαμε ότι το συνέδριο ασχολείται με τον άνθρωπο και επιτρέψεται
μου να επαναλάβω ότι, τα άτομα με εξαρτήσεις είναι πάνω από όλα άνθρωποι και κατά
συνέπεια φορείς δικαιωμάτων όπως όλοι μας. Για αυτό, τα ανθρώπινά τους δικαιώματα
πρέπει να τυγχάνουν του ίδιου σεβασμού και εφαρμογής καθότι μόνο με αυτόν τον τρόπο
θα μπορούμε να θεωρούμε πως έχουμε πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και
πραγματική διαφύλαξη της δημόσιας υγείας.
Περνώντας λοιπόν στην ουσία της σημερινής μου παρέμβασης, οφείλουμε να
διακηρύξουμε μια θεμελιώδη παραδοχή, πως τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν τον
βασικό πυλώνα και αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημόσιας
υγείας. Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά η υποχρέωση για φροντίδα και σεβασμό σε
όλα τα δικαιώματα του ατόμου, χωρίς διακρίσεις, χωρίς εξαιρέσεις και με απόλυτη ισότητα
στην πρόσβαση σε θεραπεία και στήριξη.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα που βιώνουμε συχνά απέχει από αυτό το ιδανικό. Στην
Κύπρο, αλλά και διεθνώς, όπως επισημαίνουν ο ΟΗΕ και η Παγκόσμια Διακήρυξη των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γινόμαστε μάρτυρες παραβιάσεων που πηγάζουν από το
στίγμα και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η απόσταση μεταξύ των διακηρύξεων και της
καθημερινότητας των εξαρτημένων ατόμων παραμένει, δυστυχώς, μεγάλη. Όπως
υπογραμμίζουν ο ΟΗΕ και η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι
παραβιάσεις που υφίστανται αυτά τα άτομα δεν είναι πάντα “θεσμικές” ή ορατές με την
πρώτη ματιά. Συχνά, είναι το αποτέλεσμα ενός διάχυτου κοινωνικού στίγματος που
λειτουργεί ως ένα αόρατο τείχος, εμποδίζοντας την πρόσβαση στην εργασία, την
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αλλά και την ίδια την κοινωνική αποδοχή. Ο αποκλεισμός
αυτός τρέφεται από την άγνοια και τον φόβο, μετατρέποντας μια πρόκληση δημόσιας
υγείας σε μια διαρκή κρίση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η ενημέρωση του κοινού πρέπει να αναδείξει ότι η προάσπιση των δικαιωμάτων των
εξαρτημένων ατόμων δεν αφορά μόνο μια συγκεκριμένη ομάδα, αλλά την ποιότητα της
δημοκρατίας μας στο σύνολό της. Όταν μια κοινωνία μαθαίνει να διεκδικεί την αξιοπρέπεια
για τα πιο ευάλωτα μέλη της, τότε και μόνο τότε μπορεί να θεωρείται αληθινά δίκαιη. Η
συλλογική μας ευθύνη ξεκινά από την κατανόηση και ολοκληρώνεται με την αποδοχή,
διασφαλίζοντας ότι κανένας άνθρωπος δεν θα καθυλώνεται στο περιθώριο λόγω της
έλλειψης σωστής πληροφόρησης.
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου
κοινού δεν αποτελεί απλώς μια συμπληρωματική δράση, αλλά την επιτακτική προϋπόθεση
για κάθε αλλαγή. Οφείλουμε να εκπαιδεύσουμε την κοινωνία μας να βλέπει πέρα από την
εξάρτηση. Η ενημέρωση πρέπει να είναι ειλικρινής, επιστημονικά τεκμηριωμένη και
απαλλαγμένη από προκαταλήψεις. Μόνο όταν ο μέσος πολίτης αντιληφθεί ότι η εξάρτηση
είναι μια νόσος που χρήζει στήριξης και όχι ένα ηθικό σφάλμα που χρήζει τιμωρίας, θα
μπορέσουμε να οικοδομήσουμε ένα πραγματικό δίχτυ προστασίας γύρω από τα άτομα
αυτά.
Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας στην κοινωνία πρέπει να αντικατοπτρίζεται άμεσα και στις
πολιτικές μας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα όταν η απάντηση της
πολιτείας στην ασθένεια παραμένει η καταστολή, δηλαδή η ποινικοποίηση της χρήσης.
Είναι καιρός να αποδεχθούμε ξεκάθαρα ότι ο χρήστης χρειάζεται φροντίδα και να το θέσουμε ως προτεραιότητα. Η ποινικοποίηση της χρήσης όχι μόνο αποτυγχάνει να λύσει το
πρόβλημα, αλλά το επιδεινώνει, σπρώχνοντας τα άτομα βαθύτερα στο περιθώριο, μακριά
από τις δομές υγείας και πιο κοντά στην παραβατικότητα. Δεν μπορούμε φυσικά, να
παραγνωρίσουμε ότι σήμερα, έχουμε ένα μεικτό σύστημα στο οποίο δίδεται η δυνατότητα
στον χρήστη μέσα από την απεξάρτηση να αποφύγει εντελώς την δικαστική οδό πριν
ακόμη δηλαδή οδηγηθεί ενώπιον των Δικαστηρίων, αλλά και κατά το στάδιο όταν έχει ήδη
καταλήξει εκεί. Ωστόσο, η χρήση διαρκώς εξελίσσεται και συνήθως αφήνει πίσω της τις
διαδικασίες που έχουν θεσμοθετηθεί και στο πλαίσιο αυτό, η θεσμοθέτηση διαδικασιών που
ευνοούν τη θεραπευτική παρέμβαση αντί της δικαστικής οδού είναι μονόδρομος.
Η παραπομπή σε εξειδικευμένα προγράμματα απεξάρτησης και η στενή συνεργασία με
φορείς όπως η ΥΚΑΝ και τα αρμόδια δικαστήρια, πρέπει να διέπονται από την φιλοσοφία
ότι η δικαιοσύνη είναι πιο αποτελεσματική όταν αποκαθιστά παρά όταν μόνο τιμωρεί. Είναι
κατά την δική μου εισήγηση, θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου να μπορεί να τύχει
θεραπείας, αφού είναι ευρέως γνωστό πως η εξάρτηση, δυστυχώς, οδηγεί συνήθως σε
παραβατικές συμπεριφορές, όχι γιατί το επιθυμεί το ίδιο το άτομο, αλλά η εξάρτηση από τις
ουσίες αυτή καθαυτή.
Επιπλέον, η πολιτεία οφείλει να θωρακίσει νομικά και να στηρίξει έμπρακτα τις πολιτικές
μείωσης της βλάβης, οι οποίες αποτελούν το πιο ανθρώπινο πρόσωπο της δημόσιας
υγείας και προστασία του υπέρτατου δικαιώματος στη ζωή και την υγεία. Είναι ο τρόπος
μας να κρατήσουμε τον άνθρωπο ζωντανό και ασφαλή μέχρι να είναι έτοιμος να κάνει το
επόμενο βήμα προς τη θεραπεία.
Την ίδια ώρα, οι δομές μας συχνά δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα
όπως η εμφάνιση νέων ναρκωτικών όπως οι συνθετικές ουσίες ή η χρήση πολλών και
διαφορετικών ουσιών ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα τα άτομα με εξάρτηση να εγκλωβίζονται
σε ένα σύστημα που καθυστερεί να ανταποκριθεί.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η προσβασιμότητα δεν είναι μια στατική έννοια, αλλά μια
διαρκής προσπάθεια εκσυγχρονισμού και έγκαιρης παρέμβασης. Οφείλει το κράτος να
ενισχύσει τις δομές προκειμένου να είναι ικανές να υποδεχθούν τον άνθρωπο τη στιγμή
ακριβώς που θα ζητήσει βοήθεια και να μπορούν να του προσφέρουν την απαραίτητη
ακριβώς θεραπεία και φροντίδα.
Είναι, λοιπόν, χρέος μας να ενισχύσουμε τα αντανακλαστικά της πολιτείας. Να
επενδύσουμε σε προγράμματα που προλαβαίνουν τις εξελίξεις και να διασφαλίσουμε ότι το
νομικό και θεραπευτικό μας πλαίσιο δεν θα αφήνει πίσω κανέναν πολίτη.
Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές ότι οι υφιστάμενες πολιτικές μας χρήζουν άμεσης
και ουσιαστικής βελτίωσης. Χρειαζόμαστε, πλέον, ένα ξεκάθαρο και σύγχρονο νομικό
πλαίσιο, το οποίο δεν θα εγκλωβίζεται σε ατέρμονες συζητήσεις, αλλά θα ενισχύει με
ταχύτητα τα προγράμματα θεραπείας και μείωσης της βλάβης. Η ανταπόκρισή μας πρέπει
να είναι ταχύτερη από την εξέλιξη των ουσιών, θωρακίζοντας εκείνες τις παρεμβάσεις που
κρατούν τους ανθρώπους ζωντανούς και ασφαλείς. Η υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής
δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Αντίθετα οφείλουμε να προσδώσουμε ίση σημασία σε
όλους τους πυλώνες της.
Ιδιαίτερη έμφαση, ωστόσο, πρέπει να δοθεί στον πυλώνα της ενημέρωσης,
προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις της σημερινής πραγματικότητας. Δεν αρκούν οι
παραδοσιακές μέθοδοι. Χρειαζόμαστε μια δυναμική επικοινωνιακή στρατηγική που να μιλά
τη γλώσσα της εποχής μας και να αγγίζει όλες τις κοινωνικές ομάδες. Η ενημέρωση αυτή
αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα κτιστεί η αποδοχή των νέων πολιτικών υγείας,
διασφαλίζοντας ότι η κοινωνία δεν θα είναι ένας παθητικός παρατηρητής, αλλά ένας
ενεργός σύμμαχος στην προσπάθεια προάσπισης των δικαιωμάτων των εξαρτημένων
ατόμων.
Παράλληλα, η ενημέρωση αυτή πρέπει να λειτουργήσει ως ο προθάλαμος για την
ουσιαστική επανένταξη των ατόμων αυτών μέσα στο κοινωνικό σύνολο, ως ίσοι έναντι
ίσως. Η κοινωνία οφείλει να αντιληφθεί ότι η θεραπεία δεν ολοκληρώνεται με τη διακοπή
της χρήσης, αλλά με την επιστροφή του ατόμου σε μια ζωή με νόημα και σκοπό. Πρέπει να
ενημερώσουμε και να προετοιμάσουμε την κοινότητα, τους εργοδότες και τους θεσμούς,
ώστε να υποδεχθούν τα άτομα αυτά χωρίς το βάρος της προκατάληψης. Η επανένταξη δεν
είναι μια πράξη ελεημοσύνης, αλλά το τελικό στάδιο αποκατάστασης των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων τους, επιτρέποντάς τους να προσφέρουν ξανά τις δεξιότητες και τα όνειρά
τους σε μια κοινωνία που τους αναγνωρίζει ως ισότιμα μέλη της.
Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες για την τιμή και την ευκαιρία
να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις σκέψεις. Το σημερινό συνέδριο δεν είναι απλώς μια
συνάντηση, είναι μια πράξη ελπίδας και μια δέσμευση απέναντι στον άνθρωπο.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ξεκινούν από την παραδοχή της
αλήθειας και την απόφαση για δράση. Είμαι βέβαιος ότι μέσα από τις εργασίες σας και την
ανταλλαγή γνώσεων, θα προκύψουν εκείνα τα πορίσματα που θα αποτελέσουν την πυξίδα
για μια πιο δίκαιη και συμπεριληπτική πολιτική. Μια πολιτική που δεν θα αφήνει κανέναν
στο σκοτάδι και θα προσφέρει σε κάθε συμπολίτη μας το δικαίωμα να ονειρεύεται ξανά.
Με την πίστη ότι μπορούμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης, όπου η
αξιοπρέπεια θα είναι αδιαπραγμάτευτη για όλους, εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες του
συνεδρίου σας.
Σας ευχαριστώ πολύ.